ban
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| ban | bans |
ban (en)
- η απαγόρευση
The group is pushing for a ban.
- Η ομάδα πιέζει για απαγόρευση.
They put a ban on it.
- Το έβαλαν σε απαγόρευση.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | ban |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | bans |
| αόριστος | banned |
| παθητική μετοχή | banned |
| ενεργητική μετοχή | banning |
ban (en) (μεταβατικό)
- απαγορεύω, αποφασίζω ή λέω επίσημα ότι κάτι δεν επιτρέπεται
All nuclear weapons must be banned.
- Όλα τα πυρηνικά όπλα πρέπει να απαγορευτούν.
They tried banning the book.
- Προσπάθησαν να απαγορεύσουν το βιβλίο.
Parking downtown is banned.
- Απαγορεύτηκε η στάθμευση στο κέντρο της πόλης.
- απαγορεύω, αποκλείω, διατάζω κάποιον να μην κάνει κάτι, να πάει κάπου κτλ., ειδικά επίσημα
They banned students from smoking.
- Απαγόρευσαν στους μαθητές να καπνίζουν.
The sprinter has been banned for life after failing a doping test.
- Ο σπρίντερ έχει αποκλειστεί δια βίου μετά από αποτυχία σε έλεγχο ντόπινγκ.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη prohibit
Πηγές
[επεξεργασία]
Αγγλοσαξονικά (ang)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ban (ang)
- το κόκαλο
Ρουμανικά (ro)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ban (ro) αρσενικό