βέβαια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βέβαια < βεβαίως < βέβαιος

Επίρρημα[επεξεργασία]

βέβαια

  1. χρησιμοποιείται (όπως και το βεβαίως) όταν θέλει ο ομιλητής
    1. να εκφράσει τη βεβαιότητά για κάτι
    2. να βεβαιώσει την απόλυτη συμφωνία του και για να τονίσει μια καταφατική απάντηση
    3. να τονίσει μια αντίθεση
  2. ως επιφώνημα, για να δηλώσει αντίθεση ή ειρωνεία

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

βέβαια ουδέτερο