αντίθεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντίθεση < αντί+θέση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντίθεση θηλυκό

  1. η θέση τινός έναντι ή απέναντι άλλου
  2. η εναντίωση, η διαφωνία
  3. η φωτεινή αντίθεση: η διαφορά ισχύος ενός χρώματος, το κοντράστ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]