διαφωνία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διαφωνία < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διαφωνία θηλυκό
- η διάσταση γνωμών, η ασυμφωνία
- ※ «υπερερμηνεία» , το να ζητούμε και να βρίσκουμε περισσότερα απ ' όσα το κείμενο μπορεί και ο ποιητής του θέλησε να προσφέρει, είναι συνηθισμένο λάθος των φιλολόγων -συγχωρεμένο, ὅτι ἠγάπησαν πολύ! Από τον κανόνα δεν εξαιρείται ο σχολιαστής μας, και σημειώνουμε πάλι τις διαφωνίες μας. (Ελληνικά, ιστορικόν περιοδικόν δημοσίευμα εκδιδόμενον καθ'εξάμηνον, τόμος 45, τεύχος 1, 1995)