αντίθετος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αντίθετος < αρχαία ελληνική ἀντίθετος < ἀντί + τίθημι
Επίθετο
[επεξεργασία]αντίθετος, -η, -ο
- που βρίσκεται απέναντι από κάποιον
στην αντίθετη όχθη- ※ Αντίθετα, ο παθητικός και φιλήσυχος χαρακτήρας που αναμένεται από τις υπάλληλες ομάδες εξυπονοεί τον διαμετρικά αντίθετο, υποτακτικό και καρτερικό ρόλο που καλούνται να παίξουν (Μαρία Σακαλάκη, Κοινωνικές ιεραρχίες και σύστημα αξιών, εκδ. Κέδρος, 1984, σελ. 209)
- που είναι ενάντιος σε κάποια κατάσταση, που διαφωνεί
τόσην ώρα προσπαθώ να σου εξηγήσω ότι δεν είμαι αντίθετος στην προσπάθεια που γίνεται αλλά υπάρχει και καλύτερος τρόπος
- που είναι ανάποδος ή αντίστροφος
τα δύο σήματα δείχνουν προς αντίθετες κατευθύνσεις
- διαφορετικός
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αντίθετα
- αντιθετικά
- αντιθετικός
- αντιθετικότητα
- αντίθετο
- αντιθέτω
- αντιθέτως
- → δείτε τις λέξεις αντί και θέτω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] που διαφωνεί