turn on

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

turn on < → δείτε τις λέξεις turn και on

Ρήμα[επεξεργασία]

turn on (en)

  1. ανάβω (ηλεκτρική συσκευή)
  2. ανοίγω
  3. ενεργοποιώ
     συνώνυμα: activate, enable

Αντώνυμα[επεξεργασία]