ενεργοποιώ

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

ενεργοποιώ < ενεργός + ποιώ

Open book 01.svg Ρήμα[edit]

ενεργοποιώ

  1. θέτω σε ενέργεια πρόσωπα ή υπηρεσίες,
  2. θέτω σε λειτουργία μηχανές ή συσκευές
  3. καθιστώ ενεργή μια δυνατότητα ή μια διαδικασία

Αντώνυμα[edit]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]