ενεργοποιώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ενεργοποιώ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐνεργοποιῶ, από το 1850 < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική activate και την γαλλική activer. Συγχρονικά αναλύεται σε ενεργ(ός) + -ο- + -ποιώ[1][2][3].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.neɾ.ɣo.piˈo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐νερ‐γο‐ποι‐ώ
Ρήμα
[επεξεργασία]ενεργοποιώ, αόρ.: ενεργοποίησε, παθ.φωνή: ενεργοποιούμαι, π.αόρ.: ενεργοποιήθηκε, μτχ.π.π.: ενεργοποιημένος (τεχνολογία) (μεταβατικό)
- (μεταφορικά) θέτω σε ενέργεια πρόσωπα ή υπηρεσίες
- θέτω σε λειτουργία μηχανές ή συσκευές
- καθιστώ ενεργή μια δυνατότητα ή μια διαδικασία
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ενεργοποιώ
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ενεργοποιώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- ↑ ενεργοποιώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ποιώ (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Τεχνολογία (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)