αναπτήρας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αναπτήρας < ανάβω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αναπτήρας αρσενικό
- συσκευή που επιτρέπει το άναμμα φωτιάς και χρησιμοποιείται κυρίως από καπνιστές
- ※ Το σκοτάδι μας τύλιγε όλο και πιο απειλητικό. Ο αναπτήρας του Άρη μας έκανε λαχτάρες. Αρνιόταν να ξανανάψει. Ο τρόμος φούντωσε μέσα μας και κατατρόπωσε τις πολεμοχαρείς φαντασιώσεις μας. (Φρίξος Κολώτας, Ο εντιμότατος κύριος Θεοφύλακτος Γυπάρης, εκδ. Περίπλους, 2002, σελ. 113)