Μετάβαση στο περιεχόμενο

αναπτήρας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αναπτήρας οι αναπτήρες
      γενική του αναπτήρα των αναπτήρων
    αιτιατική τον αναπτήρα τους αναπτήρες
     κλητική αναπτήρα αναπτήρες
Κατηγορία όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
αναπτήρες' του 1960

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αναπτήρας < ανάβω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αναπτήρας αρσενικό

  • συσκευή που επιτρέπει το άναμμα φωτιάς και χρησιμοποιείται κυρίως από καπνιστές
      Το σκοτάδι μας τύλιγε όλο και πιο απειλητικό. Ο αναπτήρας του Άρη μας έκανε λαχτάρες. Αρνιόταν να ξανανάψει. Ο τρόμος φούντωσε μέσα μας και κατατρόπωσε τις πολεμοχαρείς φαντασιώσεις μας. (Φρίξος Κολώτας, Ο εντιμότατος κύριος Θεοφύλακτος Γυπάρης, εκδ. Περίπλους, 2002, σελ. 113)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]