νέον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νέον < αγγλική neon < αρχαία ελληνική νέον (νέος, στην αιτιατική του ενικού)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νέον ουδέτερο

  1. (χημεία) χημικό στοιχείο των ευγενών αερίων με ατομικό αριθμό 10 και χημικό σύμβολο το Ne

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

νέον

  1. νέος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του νέος, στην ονομαστική και την αιτιατική του ενικού