καινούριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καινούριος η καινούρια το καινούριο
      γενική του καινούριου της καινούριας του καινούριου
    αιτιατική τον καινούριο την καινούρια το καινούριο
     κλητική καινούριε καινούρια καινούριο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καινούριοι οι καινούριες τα καινούρια
      γενική των καινούριων των καινούριων των καινούριων
    αιτιατική τους καινούριους τις καινούριες τα καινούρια
     κλητική καινούριοι καινούριες καινούρια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καινούριος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καινούριος < ελληνιστική κοινή καινούργιος < αρχαία ελληνική καινουργής < καινός + ἔργον

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ceˈnuɾ.ʝos/ (όπως και καινούργιος)
τυπογραφικός συλλαβισμός: και‐νού‐ριος

Επίθετο[επεξεργασία]

καινούριος, -ια, -ιο

  1. που κατασκευάστηκε ή αποκτήθηκε ή εμφανίστηκε πρόσφατα
    τα καινούρια μοντέλα αυτοκινήτων έχουν όλα αερόσακο
    αγόρασα καινούριο αυτοκίνητο
    ήρθε στην πολυκατοικία καινούριος ένοικος
  2. που αναμένεται να κατασκευαστεί ή να εμφανιστεί προσεχώς, ο επόμενος
    τι περιμένετε από τον καινούριο χρόνο;

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

σύνθετα:

Μεταφράσεις[επεξεργασία]