nouveau

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nu.vo/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό nouveau nouveaux
θηλυκό nouvelle nouvelles

nouveau (fr) και nouvel (θηλυκό: nouvelle)

  1. νέος, που εμφανίζεται για πρώτη φορά

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

nouveau χρησιμοποιείται πριν ένα σύμφωνο, nouvel πριν ένα φωνήεν:
un nouveau cartable
un nouvel avion