νεοσύλλεκτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεοσύλλεκτος νεοσύλλεκτοι
γενική νεοσυλλέκτου
& νεοσύλλεκτου
νεοσυλλέκτων
& νεοσύλλεκτων
αιτιατική νεοσύλλεκτο νεοσυλλέκτους
& νεοσύλλεκτους
κλητική νεοσύλλεκτε νεοσύλλεκτοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεοσύλλεκτος < νεο- + συλλέγω + -τος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεοσύλλεκτος αρσενικό

  • ο νέος στρατιώτης, αυτός που κατατάχτηκε πρόσφατα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]