Μετάβαση στο περιεχόμενο

νέω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ναίω

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
νέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)neh₂- (κολυμπάω)
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  νέω 
Παρατατικός  ἔνεον 
Μέλλοντας  νεύσομαι 
Αόριστος  ἔνευσα 
Παρακείμενος  νένευκα 
Υπερσυντέλικος  ἐνενεύκειν 
Συντελ.Μέλλ.

νέω

  1. κολυμπώ, επιπλέω
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 5 (ε. Ἀπόπλους Ὀδυσσέως παρὰ Καλυψοῦς.), στίχ. 344
    ἀτὰρ χείρεσσι νέων ἐπιμαίεο νόστου γαίης Φαιήκων
  2. (μεταφορικά, για υπόδημα) είμαι δυσανάλογα μεγάλος
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Ἱππῆς, στίχ. 321
    περὶ Λακεδαιμονίων, περὶ σκόμβρων νέων

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
νέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)neh₁- (γνέθω)
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  νέω > νῶ 
Παρατατικός  ἔνουν 
Μέλλοντας  νήσω   νήσομαι & νηθήσομαι 
Αόριστος  ἔνησα   ἐνησάμην & ἐνήθην 
Παρακείμενος
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.

νέω

  1. γνέθω, κλώθω
      7ος πκε αιώνας Ἡσίοδος, Ἔργα καὶ Ἡμέραι, 777
    τῇ γάρ τοι νῇ νήματ᾽ ἀερσιπότητος ἀράχνης
  2. (μεταφορικά, για τις Μοίρες) ορίζω, μοιραίνω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 3

[επεξεργασία]
νέω < άγνωστης ετυμολογίας
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  νέω > νῶ 
Παρατατικός  ἔνουν 
Μέλλοντας  νήσω   νήσομαι & νηθήσομαι 
Αόριστος  ἔνησα   ἐνησάμην & ἐνήθην 
Παρακείμενος  νένησμαι 
Υπερσυντέλικος  ἐνενήσμην 
Συντελ.Μέλλ.

νέω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 4

[επεξεργασία]
νέω < νέωτα

Επίρρημα

[επεξεργασία]

νέω (δωρικός τύπος)

  • στην φράση ἐς νέω (τον επόμενο χρόνο)