νεότερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο νεότερος η νεότερη το νεότερο
      γενική του νεότερου της νεότερης του νεότερου
    αιτιατική τον νεότερο τη νεότερη το νεότερο
     κλητική νεότερε νεότερη νεότερο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι νεότεροι οι νεότερες τα νεότερα
      γενική των νεότερων των νεότερων των νεότερων
    αιτιατική τους νεότερους τις νεότερες τα νεότερα
     κλητική νεότεροι νεότερες νεότερα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεότερος < αρχαία ελληνική νεώτερος, συγκριτικός βαθμός του νέος. Δείτε και τον υπερθετικό: νεότατος

Επίθετο[επεξεργασία]

νεότερος, -η, -ο

  1. πιο νέος σε ηλικία, μικρότερος
    μετά τις διακοπές φαίνεται δέκα χρόνια νεότερος
  2. που αναφέρεται στην περίοδο που είναι πιο κοντινή στην εποχή μας
    η νεότερη ποίηση απαρνήθηκε την ομοιοκαταληξία
  3. (με άρθρο) συνοδευτικό του ονόματος του γιού που έχει το ίδιο όνομα με τον πατέρα του
    Η Κυρία με τις Καμέλιες είναι ένα κλασικό έργο του Αλέξανδρου Δουμά του νεότερου

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]