ακόντιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακόντιο ακόντια
γενική ακοντίου
& ακόντιου
ακοντίων
& ακόντιων
αιτιατική ακόντιο ακόντια
κλητική ακόντιο ακόντια
ψαράς στηρίζεται στο ακόντιό του

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ακόντιο < αρχαίο ἀκόντιον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈkɔn.diɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ακόντιο ουδέτερο

  1. όπλο που αποτελείται από μακρύ ξύλινο κοντάρι, με μεταλλική συνήθως αιχμή, και εκτοξεύεται με το χέρι και χρησιμοποιούνταν στο κυνήγι ή στον πόλεμο (οπότε λεγόταν δόρυ)
  2. (αθλητισμός) ξύλινο κοντάρι που χρησιμοποιείται στον ακοντισμό
  3. (συνεκδοχικά) ο ακοντισμός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []


32πχ Μεταφράσεις[]