τοπογραφικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τοπογραφικός τοπογραφική τοπογραφικό
γενική τοπογραφικού τοπογραφικής τοπογραφικού
αιτιατική τοπογραφικό τοπογραφική τοπογραφικό
κλητική τοπογραφικέ τοπογραφική τοπογραφικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τοπογραφικοί τοπογραφικές τοπογραφικά
γενική τοπογραφικών τοπογραφικών τοπογραφικών
αιτιατική τοπογραφικούς τοπογραφικές τοπογραφικά
κλητική τοπογραφικοί τοπογραφικές τοπογραφικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τοπογραφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική topographique[1] < topographie < ελληνιστική κοινή τοπογραφία < τοπογράφος < αρχαία ελληνική τόπος + γράφω

Επίθετο[επεξεργασία]

τοπογραφικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]