javelot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

javelot < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
javelot javelots

javelot (fr) αρσενικό

  1. το ακόντιο, το δόρυ
  2. lancer de javelot - ακοντισμός
  3. lanceur de javelot - ακοντιστής