δόρυ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δόρυ < αρχαία ελληνική δόρυ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δόρυ ουδέτερο

  • πολεμικό όπλο της αρχαιότητας και του μεσαίωνα που αποτελείται από μακριά ξύλινη λαβή και μεταλλική αιχμή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δόρυ < ομόρριζο με το δρῦς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δόρυ ουδέτερο, γεν. δόρατος και δορός, δοτ. δόρατι και δορί

  1. δέντρο, ξύλο
  2. πλοίο
  3. το ξύλινο μέρος του δόρατος
  4. το δόρυ
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ἔγχος