δόρυ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δόρυ δόρατα
γενική δόρατος δοράτων
αιτιατική δόρυ δόρατα
κλητική δόρυ δόρατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δόρυ < (λόγιο) αρχαία ελληνική δόρυ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'ðɔ.ɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δόρυ ουδέτερο

  • πολεμικό όπλο της αρχαιότητας και του μεσαίωνα που αποτελείται από μακριά ξύλινη λαβή και μεταλλική αιχμή

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δόρυ < ομόρριζο με το δρῦς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δόρυ ουδέτερο, γεν. δόρατος και δορός, δοτ. δόρατι και δορί

  1. δέντρο, ξύλο
  2. πλοίο
  3. το ξύλινο μέρος του δόρατος
  4. το δόρυ
     συνώνυμα: ἔγχος