λόγχη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λόγχη λόγχες
γενική λόγχης λογχών
αιτιατική λόγχη λόγχες
κλητική λόγχη λόγχες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λόγχη < αρχαία ελληνική λόγχη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈlɔn.çi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λόγχη θηλυκό

  1. η μεταλλική αιχμή ενός δόρατος
  2. (συνεκδοχικά) το δόρυ
  3. η ξιφολόγχη του τουφεκιού
  4. (στην εκκλησία) λειτουργικό σκεύος που παραπέμπει στη λόγχη του σταυρικού μαρτυρίου και με το οποίο ο ιερέας κόβει τον άρτο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]