pique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pique (fr) θηλυκό

  1. η λόγχη
  2. ο λογχοφόρος
  3. η μπηχτή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pique (fr) αρσενικό

  1. {στα χαρτοπαίγνια) το σπαθί