λογχοφόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογχοφόρος < λόγχη + -φόρος (< φέρω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λογχοφόρος

  1. που είναι οπλισμένος με λόγχη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]