λογχοφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογχοφόρος < λόγχη + -φόρος (< φέρω)

Επίθετο[επεξεργασία]

λογχοφόρος

  • που είναι οπλισμένος με λόγχη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]