kopija
Εμφάνιση
Σλοβακικά (sk)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- kopija < (κληρονομημένο) πρωτοσλαβική kopьje, θέμα kop- του *skeh₂p- ομόρριζο με το ελληνικό σκᾶπος (κλαδί), κοπίς. Πβ. τα ετερόρριζα δόρυ, δρῦς
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]kopija (sk) θηλυκό