krawędź

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

krawędź 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

krawędź (pl) θηλυκό

  1. η άκρη (επιφάνειας)
  2. (ειδικότερα) η ακμή κοφτερού αντικειμένου, η κόψη
  3. (στερεομετρία) η ακμή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]