ακμάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακμάζω < αρχαία ελληνική ἀκμάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ακμάζω, πρτ.: άκμαζα, στ.μέλλ.: θα ακμάσω, αόρ.: άκμασα και ήκμασα

  1. φτάνω στο ανώτερο και ακραίο σημείο της ανάπτυξής μου, βρίσκομαι στην ακμή μου (για πολιτισμούς, χώρες, οικονομίες κλπ)

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]