Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀκμάζω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀκμάζω < ἀκμ(ή) + -άζω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.kmá.zdɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: κμάζω

ἀκμάζω (αμετάβατο)

  1. είμαι σε άνθιση, ακμάζω
    χρειάζεται παράθεμα
  2. είμαι ώριμος
    χρειάζεται παράθεμα
  3. (ιατρική) βρίσκομαι στο αποκορύφωμα (για νόσο, πυρετό κτλ.)
    χρειάζεται παράθεμα

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • Και μεταγενέστερος τύπος ἀκκιοῦμαι.