ἀκμάζω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.kmá.zdɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ἀ‐κμά‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]ἀκμάζω (αμετάβατο)
- είμαι σε άνθιση, ακμάζω
- είμαι ώριμος
- (ιατρική) βρίσκομαι στο αποκορύφωμα (για νόσο, πυρετό κτλ.)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
- Και μεταγενέστερος τύπος ἀκκιοῦμαι.
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀκμάζω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἀκμάζω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.