άκμονας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άκμονας < αρχαία ελληνική ἄκμων
με το Νο 7, ο άκμονας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άκμονας αρσενικό

  1. (λόγιο) το αμόνι
  2. (ιατρική), (ανατομία) το δεύτερο από τα τρία οστάρια που υπάρχουν στο εσωτερικό αφτί, αυτό που μοιάζει με αμόνι

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]