φλεγμονή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φλεγμονή φλεγμονές
γενική φλεγμονής φλεγμονών
αιτιατική φλεγμονή φλεγμονές
κλητική φλεγμονή φλεγμονές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φλεγμονή < αρχαία ελληνική φλεγμονή (οίδημα, πρήξιμο, φλόγωση, οργή) < φλέγμα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /flɛ.ɣmɔ.ˈni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φλεγμονή θηλυκό

  • η τοπική αντίδραση του οργανισμού στην μόλυνση από παθογόνους μικροοργανισμούς, η οποία εκδηλώνεται με τοπικό οίδημα, πόνο, κοκκίνισμα και, πιθανόν, πυρετό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]