φλέγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φλέγω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φλέγω

Ρήμα[επεξεργασία]

φλέγω,[1] ενεργητική μετοχή: φλέγων, παθητική φωνή: φλέγομαι [2]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

θέμα φλεγ-

θέμα φλογ- → δείτε τη λέξη φλόγα

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)
  2. «φλέγομαι» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φλέγω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰel- (καίω, λάμπω)

ζητούμενο λήμμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

θέμα φλεγ-

  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

θέμα φλογ- → δείτε τη λέξη φλόξ

Πηγές[επεξεργασία]