ξεσπώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεσπώ < μεσαιωνική ελληνική ξεσπώ < αρχαία ελληνική ἐκσπάω / ἐκσπῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεσπώ

  1. εκδηλώνομαι / αρχίζω με απότομο και βίαιο τρόπο, ιδίως μετά από μια περίοδο επιφανειακής ηρεμίας
    ξέσπασε πόλεμος
    ξέσπασε σε γέλια, σε κλάματα
    ξέσπασε χιονιάς, καταιγίδα, φωτιά, επιδημία
    ξέσπασε επανάσταση, ενδοκυβερνητικός πόλεμος
  2. εκδηλώνω απότομα και έντονα συσσωρευμένη ένταση και συναισθήματα
    ξέσπασε σε κλάματα
    ξέσπασε επάνω μου ενώ της έφταιγε το αφεντικό της
    Άντε να ξεσπάσεις για να ησυχάσουμε και να κοιμηθούμε καμια φορά

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]