λάμπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λάμπω < αρχαία ελληνική λάμπω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *lap- (λάμπω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λάμπω, παρατ.: έλαμπα, στιγμ. μέλλ.: θα λάμψω, αόρ.: έλαμψα

  1. ακτινοβολώ φως
    ο ήλιος λάμπει
  2. (μεταφορικά)
    το δωμάτιο έλαμπε από καθαριότητα
    το πρόσωπό της έλαμπε από χαρά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • λάμπει διά της απουσίας του (ειρωνικά)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]