πυγολαμπίδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πυγολαμπίδα πυγολαμπίδες
γενική πυγολαμπίδας πυγολαμπίδων
αιτιατική πυγολαμπίδα πυγολαμπίδες
κλητική πυγολαμπίδα πυγολαμπίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυγολαμπίδα < αρχαία ελληνική πυγολαμπίς

Οι πυγολαμπίδες περιέχουν μια χημική ουσία στην κοιλιά τους, που ονομάζεται λουσιφερίνη. Όταν αυτή η ουσία ενωθεί με το οξυγόνο και με ένα ένζυμο που ονομάζεται λουσιφεράση, η επακόλουθη χημική αντίδραση κάνει την κοιλιά τους φωτεινή.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pi.ɣɔ.laɱ.ˈbi.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θηλυκή πυγολαμπίδα
προνύμφη πυγολαμπίδας

πυγολαμπίδα θηλυκό

  • (εντομολογία) έντομο κολεόπτερο που έχει την ικανότητα να παράγει φως με βιολογικό τρόπο (συνήθως από το πίσω μέρος του σώματός του)
μέσα στη νύχτα είδε τις πυγολαμπίδες να πετούν μπροστά του

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]