πυρπολώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυρπολώ < αρχαία ελληνική πυρπολέω / πυρπολῶ < πυρπόλος < πῦρ (< ινδοευρωπαϊκή *péh₂wr̥) + πέλω (< ινδοευρωπαϊκή *kʷel-: κινώ, γυρίζω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πυρπολώ (παθητική φωνή: πυρπολούμαι)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]