κουκί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουκί κουκιά
γενική κουκιού κουκιών
αιτιατική κουκί κουκιά
κλητική κουκί κουκιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. κουκί < μεσαιωνική ελληνική κουκκί(ν) < ελληνιστική κοινή κοκκίον, υποκοριστικό του αρχαία ελληνική κόκκος (ορθογραφική απλοποίηση)
  2. κουκί < (σημασιολογικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύαμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουκί ουδέτερο

  1. ο σπόρος της κουκιάς (κύαμος ο κοινός)
  2. (οικείο) (ειρωνικά) η ψήφος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κουκιά μετρημένα: που το πλήθος τους (συνήθως ευάριθμο) δεν αμφισβητείται
  • κουκιά τρως, κουκιά μολογάς: αν έχεις λανθασμένη πληροφόρηση, θα εκφέρεις ανοησίες
  • τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω: άσχετη απάντηση
  • το κουκί και το ρεβίθι: τυποποιημένη φόρμουλα αρχής παραμυθιού

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]