faba

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

faba < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰabʰ- (φασόλι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfa.ba/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

faba (la) (făba) θηλυκό

  1. το κουκί, ο κύαμος
  2. χωράφι σπαρμένο με κουκιά
    αρχαία ελληνικά: κυαμών
  3. οποιοδήποτε μικρό αντικείμενο που μοιάζει με κουκί

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Αλλόγλωσσα παράγωγα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική faba fabae
γενική fabae fabārum
δοτική fabae fabīs
αιτιατική fabam fabās
κλητική faba fabae
αφαιρετική fabā fabīs
(α' κλίση)

Σε αυτό το λήμμα έχει ενσωματωθεί κείμενο από το Λατινοελληνικό λεξικό του Ευστράτιου Δ. Τσακαλώτου του 1921, του οποίου τα πνευματικά δικαιώματα έχουν εκπνεύσει και είναι πλέον δημόσιο κτήμα.