κουκιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Tuinboon bontbloeiend.jpg
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουκιά κουκιές
γενική κουκιάς κουκιών
αιτιατική κουκιά κουκιές
κλητική κουκιά κουκιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουκιά < κουκί + -ιά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουκιά θηλυκό

  • (βοτανική)ποώδες μονοετές φυτό της οικογένειας των Κυαμοειδών, του γένους Βίκος (Vicia) που καλλιεργείται για τους καρπούς του, τα κουκιά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]