Κόκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κοκός, Κόκκος, κόκκος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

Κόκος < αγγλική Cocos Islands (< coconut)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Κόκος ουδέτερο, μόνο πληθυντικός, άκλιτο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

Κόκος < Γιώργος / Γιώρκος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Κόκος αρσενικό