χαϊδευτικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαϊδευτικό χαϊδευτικά
γενική χαϊδευτικού χαϊδευτικών
αιτιατική χαϊδευτικό χαϊδευτικά
κλητική χαϊδευτικό χαϊδευτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαϊδευτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: χαϊδευτικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαϊδευτικό ουδέτερο

  1. λέξη που χρησιμοποιείται αντί της κύριας και δείχνει συμπάθεια ή τρυφερότητα
    το "Λενάκι" είναι υποκοριστικό του "Λένα" που είναι χαϊδευτικό του "Μαριλένα"

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

χαϊδευτικό