boom

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

boom (en)

  1. απότομη αύξηση του πληθυσμού
  2. μεγάλη οικονομική ανάπτυξη
  3. μεγάλη άνοδος των τιμών
  4. βροντή

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

boom (en)



Flag of South Africa (1928–1994).svg Αφρικάανς (af) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

boom (af)



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

boom < αγγλική boom ("έκρηξη")

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bum/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
boom booms

boom (fr) αρσενικό

  1. (παρωχημένο) μεγάλη ρεκλάμα για το λανσάρισμα ενός προϊόντος
  2. (οικονομία) απότομη άνοδος της τιμής των αξιών ή των εμπορευμάτων· ξαφνική αλλά ασταθής ανάπτυξη της οικονομίας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: bond, boum, flambée
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: chute, krach
  3. απότομη αύξηση της γεννητικότητας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: baby-boom, explosion
  4. μεγάλη εντύπωση που προκαλείται σε ένα πλήθος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: bombe, scandale
  5. (αργκό) (Γαλλία) ετήσια εορτή μιας grande école

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (être) en plein boom - (βρίσκομαι) σε πλήρη ανάπτυξη



Flag of the Netherlands.svg Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

boom 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

boom (nl)