Μετάβαση στο περιεχόμενο

boom

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
boom booms

boom (en)

  1. η οικονομική άνθηση, η άνοδος, μεγάλη οικονομική ανάπτυξη
    παράδειγμα  Living standards improved rapidly during the post-war (economic) boom.
    Το βιοτικό επίπεδο βελτιώθηκε ραγδαία κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής οικονομικής άνθησης.
    παράδειγμα  Sales of summer homes are experiencing a major boom.
    Οι πωλήσεις εξοχικών κατοικιών γνωρίζουν μεγάλη άνθηση.
    παράδειγμα  There is a boom in car sales.
    Οι πωλήσεις αυτοκινήτων είναι σε άνοδο.
  2. απότομη αύξηση του πληθυσμού
  3. μεγάλη άνοδος των τιμών
  4. βροντή

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]
ενεστώτας boom
γ΄ ενικό ενεστώτα booms
αόριστος boomed
παθητική μετοχή boomed
ενεργητική μετοχή booming

boom (en)

  1. (αμετάβατο) βροντάω, αντηχώ, παράγω ισχυρό κρότο
    παράδειγμα  The thunder boomed in the sky.
    Η βροντή βροντοκόπησε στον ουρανό.
    παράδειγμα  Thunder boomed in the valley.
    Η βροντή αντηχούσε στην κοιλάδα.
  2. ακούγομαι δυνατά
    παράδειγμα  A voice boomed (out) from the darkness.
    Μια φωνή ακούγεται δυνατά από το σκοτάδι.
  3. (αμετάβατο) γνωρίζω άνθηση, για δουλειές που πάνε καλά
    παράδειγμα  E-commerce boomed during the pandemic.
    Το ηλεκτρονικό εμπόριο γνώρισε άνθηση κατά την διάρκεια της πανδημίας.
    παράδειγμα  Business is booming in both inland and coastal resorts.
    Οι δουλειές πάνε καλά τόσο στις μεσόγειες περιοχές όσο και στα παραθαλάσσια θέρετρα.



Αφρικάανς (af)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

boom (af)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
boom < (άμεσο δάνειο) αγγλική boom ("έκρηξη")

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /bum/

Ομώνυμα / Ομόηχα

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
boom booms

boom (fr) αρσενικό

  1. (παρωχημένο) μεγάλη ρεκλάμα για το λανσάρισμα ενός προϊόντος
  2. (οικονομία) απότομη άνοδος της τιμής των αξιών ή των εμπορευμάτων· ξαφνική αλλά ασταθής ανάπτυξη της οικονομίας
     συνώνυμα: bond, boum, flambée
     αντώνυμα: chute, krach
  3. απότομη αύξηση της γεννητικότητας
     συνώνυμα: baby-boom, explosion
  4. μεγάλη εντύπωση που προκαλείται σε ένα πλήθος
     συνώνυμα: bombe, scandale
  5. (αργκό) (Γαλλία) ετήσια εορτή μιας grande école

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • (être) en plein boom - (βρίσκομαι) σε πλήρη ανάπτυξη



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

boom (nl)