βροντώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βροντώ < βροντή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vɾɔ.ˈdɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βροντώ

  1. παράγω βροντή
  2. (απρόσωπο) ρίχνει βροντές
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μπουμπουνίζει
  3. παράγω πολύ ισχυρό θόρυβο
  4. αντηχώ
  5. χτυπώ κάτι πολύ δυνατά παράγοντας ισχυρό θόρυβο
    Ένα πρωί, χαράματα ακόμα, ακούει να του βροντάνε την πόρτα της κάμαρης. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)
  6. ρίχνω κάτι / κάποιον κάτω με δύναμη

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αστράφτω και βροντάω : εκφράζομαι επιθετικά και με έντονο τρόπο
  • τα βροντώ κάτω / χάμω : αφήνω ανολοκλήρωτη μια προσπάθεια // παραιτούμαι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]