tree

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɹi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tree (en)

  1. δένδρο
  2. (πληροφορική) δένδρο, μία από τις βασικές δομές δεδομένων
    Δείτε επίσης: tree (data structure) στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • tree στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια