article

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

article (en)

  1. (γραμματική) άρθρο (μέρος του λόγου)
  2. άρθρο (δημοσιευμένο κείμενο σε εφημερίδα ή περιοδικό)
  3. αριθμημένο τμήμα ενός νομικού ή επίσημου κειμένου
  4. αντικείμενο, εμπόρευμα

Ρήμα[επεξεργασία]

article (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
article articles

Ετυμολογία [επεξεργασία]

article < λατινική articulus, άρθρωση

Προφορά[επεξεργασία]

article 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

article (fr) αρσενικό

Il y a des articles définis et des articles indéfinis. Υπάρχουν οριστικά και αόριστα άρθρα.
Le premier article de la constitution. Το πρώτο άρθρο του συντάγματος.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]