root

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
root roots

root (en)

  1. η ρίζα (ενός φυτού)
  2. (μαθηματικά) η ρίζα ενός αριθμού
    square root: τετραγωνική ρίζα, cubic root: κυβική ρίζα, root: ν-οστή ρίζα
  3. (γλωσσολογία) η ρίζα μιας λέξης

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας root
γ΄ ενικό ενεστώτα roots
αόριστος rooted
παθητική μετοχή rooted
ενεργητική μετοχή rooting

root (en)

  1. ριζώνω
  2. (πληροφορική) η απόκτηση δικαιωμάτων διαχειριστή στο λειτουργικό σύστημα ενός υπολογιστικού συστήματος

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]