δέντρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέντρος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δέντρος αρσενικό ή θηλυκό

  1. το δέντρο
  2. (ειδικότερα) (τοπικές διάλεκτοι) η δρυς (το δέντρο ή ξύλο από δρυ)
  3. (ειδικότερα) (τοπικές διάλεκτοι) η ελιά (το δέντρο ή ξύλο από ελιά)

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • συνηθισμένη χρήση της λέξης, με τη μορφή του αρσενικού, σε τοπικές κοινωνίες για το δέντρο που χρησιμοποιείται πιο πολύ στην περιοχή

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]