φουσκοδεντριά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φουσκοδεντριά οι φουσκοδεντριές
      γενική της φουσκοδεντριάς των φουσκοδεντριών
    αιτιατική τη φουσκοδεντριά τις φουσκοδεντριές
     κλητική φουσκοδεντριά φουσκοδεντριές
όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φουσκοδεντριά < φουσκώνω + δέντρο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φουσκοδεντριά θηλυκό

  1. η περίοδος αμέσως πριν από την άνοιξη, όταν τα δέντρα ετοιμάζονται να βγάλουν άνθη
  2. (μεταφορικά) η αυξημένη λίμπιντο, ερωτική διάθεση γυναικών και ανδρών


Μεταφράσεις[επεξεργασία]