φουσκοδεντριά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φουσκοδεντριά φουσκοδεντριές
γενική φουσκοδεντριάς φουσκοδεντριών
αιτιατική φουσκοδεντριά φουσκοδεντριές
κλητική φουσκοδεντριά φουσκοδεντριές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φουσκοδεντριά < φουσκώνω + δέντρο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φουσκοδεντριά θηλυκό

  1. η περίοδος αμέσως πριν από την άνοιξη, όταν τα δέντρα ετοιμάζονται να βγάλουν άνθη
  2. (μεταφορικά) η αυξημένη λίμπιντο, ερωτική διάθεση γυναικών και ανδρών


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]