φουσκοδεντριά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φουσκοδεντριά οι φουσκοδεντριές
      γενική της φουσκοδεντριάς των φουσκοδεντριών
    αιτιατική τη φουσκοδεντριά τις φουσκοδεντριές
     κλητική φουσκοδεντριά φουσκοδεντριές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φουσκοδεντριά < φουσκώνω + δέντρο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φουσκοδεντριά θηλυκό

  1. η περίοδος αμέσως πριν από την άνοιξη, όταν τα δέντρα ετοιμάζονται να βγάλουν άνθη
  2. (μεταφορικά) η αυξημένη λίμπιντο, ερωτική διάθεση γυναικών και ανδρών


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]