Baum

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /baʊ̯m/
audio 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Baum (de) αρσενικό (πληθυντικός Bäume)