Baum

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /baʊ̯m/
audio 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Baum (de) αρσενικό (πληθυντικός Bäume)