δένδρον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δένδρον < αρχαία ελληνική δένδρεον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δένδρον ουδέτερο

  1. (καθαρεύουσα) το δέντρο

δείτε τη λέξη δέντρο


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δένδρον < δένδρεον < κατά πάσα πιθανότητα από τη λέξη δρῦς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

το δένδρον και το δένδρεον

  1. οι περισσότεροι αρχαίοι συγγραφείς εννοούσαν τη λέξη δένδρα και δένδρεα όπως εννοούμε τη λέξη δέντρο και σήμερα
    τὰ γὰρ δὴ ἄλλα δένδρεα οὐδὲ πειρᾶται ἀρχὴν φέρειν, οὔτε συκέην οὔτε ἄμπελον οὔτε ἐλαίην.
    καρποὺς δὲ ἀπὸ δενδρέων ἐξευρημένους
    δένδρον ἐλάας
  2. πιθανόν κάποιοι να έλεγαν δέντρα μόνον όσα έφεραν βρώσιμους καρπούς, σε αντιδιαστολή προς την ὕλη, λέξη που οι ίδιοι χρησιμοποιούσαν για όσα δέντρα ήταν χρήσιμα αποκλειστικά για την ξυλεία τους
    καὶ κόπτοντες τὰ δένδρα καὶ ὕλην...

Άλλες μορφές[επεξεργασία]