δένδρον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ δένδρον τὰ δένδρ
      γενική τοῦ δένδρου τῶν δένδρων
      δοτική τῷ δένδρ τοῖς δένδροις
    αιτιατική τὸ δένδρον τὰ δένδρ
     κλητική ! δένδρον δένδρ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δένδρω
γεν-δοτ τοῖν  δένδροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «τέκνον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δένδρον < κατά πάσα πιθανότητα από τη λέξη δρῦς • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δένδρον & δένδρεον

  1. δέντρο (όπως και στα νέα ελληνικά)
    τὰ γὰρ δὴ ἄλλα δένδρεα οὐδὲ πειρᾶται ἀρχὴν φέρειν, οὔτε συκέην οὔτε ἄμπελον οὔτε ἐλαίην.
    λείπει η μετάφραση και τα στοιχεία παραθέματος
    καρποὺς δὲ ἀπὸ δενδρέων ἐξευρημένους
    δένδρον ἐλάας
  2. (σπανιότερα, σε ορισμένους συγγραφείς) μόνον όσα δέντρα έφεραν βρώσιμους καρπούς, σε αντιδιαστολή προς το θηλυκό ὕλη (για όσα δέντρα ήταν χρήσιμα αποκλειστικά για την ξυλεία τους)
    καὶ κόπτοντες τὰ δένδρα καὶ ὕλην... χρειάζεται παράθεμα

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]