Μετάβαση στο περιεχόμενο

wood

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
wood woods

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

wood (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) το ξύλο, το υλικό
    παράδειγμα  Put wood on the fire./Put pieces of wood on the fire.
    Βάλε ξύλα στη φωτιά.
    παράδειγμα  A wood fence surrounds the garden.
    Ένας ξύλινος φράχτης περιβάλλει τον κήπο.
  2. (συνήθως στον πληθυντικό) το δάσος
    παράδειγμα  We’re going for a walk in the woods.
    Πάμε βόλτα στο δάσος.
     συνώνυμα: forest

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]