βιαιοπραγία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βιαιοπραγία οι βιαιοπραγίες
      γενική της βιαιοπραγίας των βιαιοπραγιών
    αιτιατική τη βιαιοπραγία τις βιαιοπραγίες
     κλητική βιαιοπραγία βιαιοπραγίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιαιοπραγία < βιαιοπραγ(ώ) + -ία (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική acte de violence)[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vi.e.o.praˈʝi.a/
συλλαβισμός: βι‐αι‐ο‐πρα‐γί‐α

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιαιοπραγία θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]