Μετάβαση στο περιεχόμενο

drevo

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: dřevo

Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

drevo (sk) ουδέτερο

  • drevo - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025