unwrap
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | unwrap |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | unwraps |
| αόριστος | unwrapped |
| παθητική μετοχή | unwrapped |
| ενεργητική μετοχή | unwrapping |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]unwrap (en)
- ξετυλίγω
I unwrap a paper roll, a gift 🎁
- Ξετυλίγω ένα ρολό χαρτί, ένα δώρο 🎁